Τετάρτη, 25 Μαρτίου 2015

Σουρής επίκαιρος

Έγραψε ο Νίκος Δήμου για μια τρίτη κατηγορία Ελλήνων,
που δεν μετριέται στις δημοσκοπήσεις (να μείνουμε ή να φύγουμε από ευρώ – Ευρώπη),
αυτών που θέλουμε να γίνουμε Ευρώπη.

Επειδή όμως πρέπει πρώτα να δούμε τον εαυτό μας στον καθρέπτη,
διαχρονικά και με αγάπη,
ανέτρεξα στο Σουρή * (και ολίγον Μπόστ).

Στην Ελλάδα των παππούδων μας, πριν εκατό χρόνια.

***

(Το καινούριο στην συμπεριφορά μας σήμερα, που δεν το βρήκα στα παλιά,
είναι ότι θυμώνουμε και βρίζουμε τους Ευρωπαίους,
που δεν μας καταλαβαίνουν ότι:

εμείς ψηφίσαμε γιαυτό,
έτσι το απαιτούμε,
στο όνομα της δημοκρατίας,
να μας χαρίσετε τα δάνεια και να μας δώσετε και άλλα !!!)


***


Ώ Ελλάς, ηρώων χώρα, τί γαϊδάρους βγάζεις τώρα;



Ποιος είδε κράτος λιγοστό
σ' όλη τη γη μοναδικό,
εκατό να εξοδεύει
και πενήντα να μαζεύει;

Να τρέφει όλους τους αργούς,
νά 'χει επτά Πρωθυπουργούς,
ταμείο δίχως χρήματα
και δόξης τόσα μνήματα;

Νά 'χει κλητήρες για φρουρά
και να σε κλέβουν φανερά,
κι ενώ αυτοί σε κλέβουνε
τον κλέφτη να γυρεύουνε;
Όλα σ' αυτή τη γη μασκαρευτήκαν
ονείρατα, ελπίδες και σκοποί,
οι μούρες μας μουτσούνες εγινήκαν
δεν ξέρομε τί λέγεται ντροπή.


Σπαθί αντίληψη, μυαλό ξεφτέρι,
κάτι μισόμαθε κι όλα τα ξέρει.
Κι από προσπάππου κι από παππού
συγχρόνως μπούφος και αλεπού.

Θέλει ακόμα -κι αυτό είναι ωραίο-
να παριστάνει τον ευρωπαίο.
Στα δυό φορώντας τα πόδια που 'χει
στο 'να λουστρίνι, στ' άλλο τσαρούχι.

Σουλούπι, μπόϊ, μικρομεσαίο,
ύφος του γόη, ψευτομοιραίο.
Λίγο κατσούφης, λίγο γκρινιάρης,
λίγο μαγκούφης, λίγο μουρντάρης.

Και ψωμοτύρι και για καφέ
το «δε βαρυέσαι» κι «ωχ αδερφέ».
Ωσάν πολίτης, σκυφτός ραγιάς
σαν πιάσει πόστο: δερβέναγάς.

Δυστυχία σου, Ελλάς,
με τα τέκνα που γεννάς!
Ώ Ελλάς, ηρώων χώρα,
τί γαϊδάρους βγάζεις τώρα;

*******

Κάτι ακόμα για τους φίλους της πλατείας,
Το θυμάμαι που το απάγγελλα από τα γυμνασιακά ακόμα μου χρόνια.

Ο Ρωμιός 

Στον καφενέ απ'έξω σαν μπέης ξαπλωμένος,
τού ήλιου τίς ακτίνες αχόρταγα ρουφώ,
και στων εφημερίδων τα νέα βυθισμένος,
κανέναν δεν κυττάζω, κανέναν δεν ψηφώ.

Σε μιά καρέκλα τόνα ποδάρι μου τεντώνω,
το άλλο σε μιαν άλλη, κι ολίγο παρεκεί
αφίνω το καπέλλο, και αρχινώ με τόνο
τούς υπουργούς να βρίζω και την πολιτική.

Ψυχή μου! τί λιακάδα! τί ουρανός! τί φύσις!
αχνίζει εμπροστά μου ο καιμακλής καφές,
κι εγώ κατεμπνευσμένος για όλα φέρνω κρίσεις,
και μόνος μου τίς βρίσκω μεγάλες και σοφές.

Βρίζω Εγγλέζους, Ρώσους, και όποιους άλλους θέλω
και στρίβω το μουστάκι μ' αγέρωχο πολύ,
και μέσα στο θυμό μου κατά διαβόλου στέλλω
τον ίδιον εαυτό μου, και γίνομαι σκυλί.

Φέρνω τον νούν στον Διάκο και εις τον Καραίσκο
κατενθουσιασμένος τα γένια μου μαδώ,
τον Έλληνα εις όλα ανώτερο τον βρίσκω,
κι απάνω στην καρέκλα χαρούμενος πηδώ.

Την φίλη μας Ευρώπη με πέντε φασκελώνω
απάνω στο τραπέζι τον γρόθο μου κτυπώ...
Εχύθη ο καφές μου, τα ρούχα μου λερώνω,
κι όσες βλαστήμιες ξέρω αρχίζω να τίς πω.

Στον καφετζή ξεσπάνω... φωτιά και κείνος παίρνει.
Αμέσως άνω κάτω τού κάνω τον μπουφέ,
τον βρίζω και με βρίζει, τον δέρνω και με δέρνει,
και τέλος δεν πληρώνω... δεκάρα τον καφέ!


********



*υστερόγραφο 1.

ποιος είναι ο Σουρής ;


  • Σατυρικός μας ποιητής με πένα που σφάζει,
--όχι με την εμπάθεια όμως και την κακία 'κάποιων σημερινών'.

Να πως περιγράφεται ο ίδιος στη "Ζωγραφιά μου"


Mπόι δυο πήχες,
κόψη κακή,
γένια με τρίχες
εδώ κι εκεί.

Kούτελο θείο,
λίγο πλατύ,
τρανό σημείο
του ποιητή.

Δυο μάτια μαύρα
χωρίς κακία
γεμάτα λαύρα
μα και βλακεία.

κτλ...κτλ....κτλ...


*υστερόγραφο 2.

ποιος είναι ο Σούρης ;

  • Η κατάληξη του φαραγγιού των Μολάων, του Λάρνακα,

που είναι γεμάτο πέτρες,
που έχει 'σούρει' ανά τους αιώνες το φαράγγι.

καλό είναι να βάλουμε έναν τόνο στην οδό εκεί,
γιατί θα ξεχαστεί,
και θα νομίζουν τα παιδιά μας ότι εκεί κάτω, στου Σούρη, βάλαμε τον ποιητή.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου